“Τον αντρειωμένο, αν αστοχήσει, κλάψ’ τον”, φωνάζει ο Σταύρος Θεοδωράκης και διακόπτει ριζίτικο τραγούδι.

Όταν συναντήσαμε το Σταύρο Θεοδωράκη στην γενέτειρά του, το Δραπανιά στην Κίσαμο δε φανταζόμασταν την εξέλιξη της ημέρας. Όμως, αυτό που έγινε δεν είναι και αναπάντεχο: όλα να τα περιμένει κανείς όταν έχει ενώπιόν του το ριζοσπαστικό κέντρο αυτοπροσώπως.

Όλα έμοιαζαν απλά κι ευχάριστα το ζεστό φθινοπωρινό κυριακάτικο πρωινό που ο Σταύρος κατέβηκε να δει αν έχουν οι ελιές βεντέμα και βρήκαμε κι εμείς την ευκαιρία να μας μιλήσει. Πριν δώσουμε γνώρα, εκμεταλλευτήκαμε τις στιγμές. Τον παρατηρήσαμε για μερικά λεπτά καθώς περνούσε από την πλατεία. Άλλες στιγμές έμοιαζε έτσι κι άλλες αλλιώς – βγάλε άκρη, λέμε, Αθηναίος! Έκανε με κάποιους ντόπιους κάτι σαν αγκαλιά, πιάνοντάς τους από τους βραχίονες. “Εδώ στο Δραπανιά νιώθω σα να έχω ψυχή” μας λέει αφοπλιστικά.

Το κινητό μας θα κατέγραφε μια συνομιλία περίπου 45 λεπτών. Το ζουμί, όμως, έμελε να είναι αλλού. Αλλά να δώσουμε δυο-τρεις ερωταπαντήσεις, προτού πάμε εκεί.  Καθόμαστε και παραγγέλνομε καφέ.

«Πώς νιώθεις που είσαι χαρισματικός ηγέτης ενός κόμματος;” ρωτάω.
“Δεν είναι τόσο απλό” μου απαντάει “αλλά καλά”.
“Πώς πάει το πρότζεκτ;”
“Καλά. Υπάρχει κόσμος που τρέχει από πίσω…”
“Δρώνει;”
“Ε, όχι και να ιδρώνει…”
“Τι έχεις τώρα στις προτεραιότητες;”
“Το solutionsland, ένα θεματικό πάρκο – εργαστήριο ιδεών, όπου οι πολίτες θα συζητούν και θα προτείνουν λύσεις”.
“Μπορεί το Ποτάμι να αποκαταστήσει αδικίες;”
“Δεν υπάρχουν αδικίες σε μια δημοκρατία, υπάρχουν, θα έλεγα, αμφισβητούμενες φάσεις…”
“Θα πρέπει, λοιπόν, να παγώσουμε την εικόνα για να δούμε καθαρά;”
Ακριβώς”.
“Τι πρέπει να γίνει εδώ στην Κρήτη;”
“Θα πρέπει οι Κρητικοί να καταλάβουν ότι με την παλικαριά και τα καπετανηλίκια δε βγαίνει τίποτα. Όλα αυτά πρέπει να ρυθμιστούν με κάποιο τρόπο και ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι να τα εντάξουν σε κάτι το νόμιμο, με κανόνες”.

Και πολλά άλλα, που θα τα γράφαμε εκτενώς, αν δεν είχαμε την αποκλειστικότητα που ακολουθεί.  Το μεσημέρι ο Σταύρος ήταν καλεσμένος σε ένα τραπέζι σε μια ταβέρνα στις Βουκολιές. Ο Σταύρος ευδιάθετος συζητούσε με τους ντόπιους για το Ποτάμι αλλά και τα ζητήματα του τόπου, και απολάμβανε το καλομαγειρεμένο φαγητό, συγκρίνοντάς το μάλιστα με το φαγητό στο εστιατόριο που είχε κάποτε. Έπινε μάλιστα, με μέτρο, αλλά έπινε, το καλό κρασί. Γύρω του δεν άργησαν να ξεκινήσουν και τα ριζίτικα, καθώς στην ταβέρνα ήταν και μια παρέα από τα Ρούματα. Και τότε… έγινε το κακό. Η παρέα ξεκίνησε με το Μυρίζουν οι βασιλικοί, μυρίζουν οι βαρσάμοι,  συνέχισε με τον Πλούσιο Γιώργη, και κάποια στιγμή οι συνδαιτημόνες αρχίζουνε το Τον αντρειωμένο μην τον κλαις. Ο Σταύρος ανυποψίαστος συνεχίζει να τρώει και να πίνει, έχει βγει σχεδόν στο κέφι, με τη βοήθεια και του κρασιού. Η παρέα συνεχίζει το τραγούδι:

“Τον αντρειωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει /
μα αν αστοχήσει μια και δυο πάλι αντρειωμένος θα `ναι…”.

Σαν να ξυπνά από ένα λήθαργο ευωχίας, αναψοκοκκινισμένος ο Σταύρος μου λέει “Συγγνώμη, άκουσα αυτό που νομίζω ότι άκουσα;”…
“Τι εννοείς;” ρωτώ.
“Κάποιος αντρειωμένος αστόχησε μια και δυο και εξακολουθεί για κάποιο μυστήριο λόγο να θεωρείται αντρειωμένος. Πώς γίνεται αυτό, αφού έχει προφανώς υποπέσει σε παραπτώματα, είναι ακατάλληλος. Δεν καταλαβαίνω, γιατί ειδικά οι Κρητικοί, εμείς, να τον καλύπτουμε και να τον παραχαϊδεύουμε, απλά δεν πληροί πια τα κριτήρια…; Βασικά απαράδεκτο!
“Σταύρο, είναι απλά ένα πολύ παλιό τραγούδι!” του λέω!

Ο Σταύρος ψάχνει κάτι μανιωδώς στο κινητό του, ενώ η παρέα συνεχίζει το τραγούδι.  Το βρήκε. “Α, και μετά λέει

πάντα είν’ η πόρτα του ανοιχτή, κι τάβλα ντου στρωμένη/
και τα΄αργυρό του το σκαμνί όμορφα στολισμένο/
και καρτερεί τσι φίλους του”.

Τα έχει πια πάρει πολύ άσχημα: “Δηλαδή όχι μόνο είναι ακατάλληλος, επίορκος, δεν ξέρω ‘γω τι, αλλά εξακολουθεί να έχει και προφανώς μισθό, περιουσία, και καλεί φίλους κ.λπ.

“Ναι οκ» του λέω χαμηλόφωνα. «Τέλος πάντων δεν το λένε όλο, έτσι συνηθίζεται. Έλα, Σταύρο” του λέω “άλλωστε πού υπάρχουν πια ανδρειωμένοι;”  Σταματάει λίγο και το σκέφτεται… “Ίσως στα Σώματα Ασφαλείας… όχι, δεν έχει σημασία αυτό”.

Πια δε σταματιέται… γύρω μας αντηχεί το τέλος του τραγουδιού, αλλά ο Σταύρος σηκώνεται όρθιος και φωνάζει “Σταματήστε, σταματήστε… Αν αστοχήσει, κλάψ’ τον, δεν είναι σωστό αυτό να γίνεται… να φύγει!”.

Οι Ρουμαθιανοί ενοχλημένοι σταματούν το τραγούδι, πάνω που ήταν έτοιμοι να πουνε και μαντινάδα. Ο Σταύρος που για μερικά δευτερόλεπτα ωρυόταν έχει τώρα σταματήσει. Ένας Ρουμαθιανός, τάπα τση μεθιάς κι ο ίδιος, πιάνει μια κανάτα νερό και του ρίχνει το νερό με τα παγάκια στο κεφάλι. Ο Σταύρος λες και χάνει τη φωνή του κάθεται φρόνιμα φρόνιμα στην καρέκλα. Θυμίζει το γνωστό Σταύρο, που δε λέει πολλά.

“Δεν πιστεύω να γράψεις τίποτα” μου λέει μετά από κανά λεπτό.
“Ξέρεις ότι αυτό δε γίνεται” του λέω “Πώς έκανες έτσι… Ούτε ο Κυριάκος νά ‘σουνα” του λέω μετά από λίγο…
“Σε όλους τους χώρους… μπορεί να υπάρχουν καλές ιδέες” ψελίζει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s